Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Κονσομασιόν: Ενα ποτό δρόμος μέχρι τη φαντασίωση

Κονσομασιόν: Ενα ποτό δρόμος μέχρι τη φαντασίωση



Τι ζητούν οι άντρες στα μπαρ με κονσομασιόν / Η εμπειρία και τα συμπεράσματα ερευνήτριας του Παν. Αθηνών 



 Η κ. Λιόπη Αμπατζή δεν είναι διάσημη. Είναι ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με σπουδές στη Νομική Αθηνών, στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και με μεταπτυχιακές σπουδές στη Σχολή Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, επέλεξε να ζήσει μια ιδιαίτερη εμπειρία. Για δύο ολόκληρα χρόνια όχι μόνο ακολούθησε «το δρομολόγιο» των γυναικών των μπαρ ανά την Ελλάδα, αλλά δούλεψε μαζί τους κάνοντας κονσομασιόν με στόχο να τις κατανοήσει και να συλλέξει στοιχεία για την εκπόνηση του διδακτορικού της με θέμα «Ποτό για παρέα: Εμφυλες σχέσεις, σώμα και συναίσθημα στη σεξουαλική εργασία». Συναντήσαμε την κ. Αμπατζή και μας αφηγήθηκε την προσωπική της εμπειρία και τη διαδρομή της σ’ ένα «απαγορευμένο» όσο και επικίνδυνο τοπίο. Τόσο η μαρτυρία όσο και τα συμπεράσματά της είναι αποκαλυπτικά. Η προσωπική εμπειρία «Η εικόνα που είχα για τις γυναίκες αυτές», αφηγείται η κ. Αμπατζή, «ήταν ασαφής. Υπήρχαν στη φαντασία μου από αναπαραστάσεις στην τέχνη, στην τηλεόραση, στο σινεμά, στην ποίηση αλλά ποτέ δεν είχα γνωρίσει μια τέτοια γυναίκα. Στο μυαλό μου την είχα σαν αντι-πρότυπο, όπως οι περισσότερες από εμάς». Η διαδρομή της στο χώρο των μπαρ ξεκίνησε την πρώτη νύχτα που συνοδεία ενός φίλου της επισκέφθηκε αναγνωριστικά ένα τέτοιο μαγαζί. Η ιδιοκτήτρια πλησίασε το φίλο της -και όχι την ίδια- και τον ρώτησε αν το κορίτσι ψάχνει δουλειά. Κανόνισαν το μισθό της και την επόμενη νύχτα ξεκίνησε να δουλεύει. «Ημουν τότε 25 χρονών. Νοίκιασα σπίτι στον Κολωνό για να είμαι κοντά στην Αχαρνών που δούλευα και να φαίνομαι “του σιναφιού”. Στα δύο χρόνια που δούλεψα στα μπαρ, γύρισα όλη την Ελλάδα, από την Ξάνθη μέχρι την Ιεράπετρα». Κονσομασιόν σημαίνει κατανάλωση Σύμφωνα με την κ. Αμπατζή, τα μπαρ, χωρίς να είναι οίκοι ανοχής, έχουν πολλά κοινά σημεία με αυτούς. Διέπονται από σχέσεις σεξουαλικότητας με όλα τα στερεότυπα της εκπορνευμένης θηλυκότητας – ψηλά τακούνια, μίνι φούστες, κραγιόν, μεγάλο στήθος- στοιχεία που εξάπτουν την ερωτική επιθυμία των ανδρών. Η δουλειά των γυναικών των μπαρ είναι να πίνουν με τους πελάτες. Στη γλώσσα της νύχτας, το να είσαι «καλό εργαλείο» σημαίνει να είσαι ωραία, παραγωγική, να σε ξέρουν στα μαγαζιά, να έχεις καλούς πελάτες που κάνουν μεγάλες ζημιές για σένα, δηλαδή σε κερνάνε πολλά ποτά. Οι γυναίκες από την Ανατολική Ευρώπη που έρχονται στη χώρα μας με τ’ όνειρο μιας καλύτερης ζωής και κακοποιούνται, βιάζονται, ακόμα και εξοντώνονται είναι η μία όψη του νομίσματος. Η πιο τραγική. Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία γυναικών που συνειδητά επέλεξαν να κάνουν τη σεξουαλικότητά τους επάγγελμα. «Καμία από τις γυναίκες που γνώρισα δεν είχε δακρύβρεχτη ιστορία. Hταν όλες κάτω από 35 ετών, κάποιες είχαν παιδιά, άλλες είχαν σπουδάσει. Ωραίες γυναίκες. Λαμπερές, όταν θέλανε. Η ζωή τους είχε ένταση, κούραση, ταλαιπωρία, ξενύχτι, αλκοόλ και πολλά λεφτά. Δεν θα έλεγα ότι είναι γυναίκες με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Eχουν όμως σε χαμηλή εκτίμηση τους άνδρες. Μια “παλαίμαχη” στο επάγγελμα μου είπε χαρακτηριστικά, «καλύτερα να πληρώνομαι από εκατό παρά να μισθώνομαι από έναν», επισημαίνει η κ. Αμπατζή. Οι πελάτες Στατιστικές μελέτες του Υπουργείου Δημόσιας τάξης δείχνουν ότι οι πελάτες στα δηλωμένα σημεία αγοραίου έρωτα ξεπερνούν το 1.000.000 το χρόνο. Δεν είναι η σεξουαλική πράξη που σπρώχνει τους άνδρες στα μπαρ αλλά η αποφόρτιση- δεν είναι ίσως τυχαίο ότι το πρώτο μπαρ με κονσομασιόν που άνοιξε στην Αθήνα του ’50, το Χαβάη στην Πλατεία Βάθη, «επανδρωνόταν» από τραβεστί! Στα μπαρ αυτά συναντάς μορφωμένους και αμόρφωτους, χειρώνακτες, καθηγητές πανεπιστημίου, νέους και όχι πια νέους, ωραίους ή ποτέ ωραίους. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία είναι παντρεμένοι. «Η κονσομασιόν, συνήθως, δεν απειλεί το γάμο, αντιθέτως τον ανανεώνει, γιατί ο διαχωρισμός είναι πολύ ξεκάθαρος», επισημαίνει η κ. Αμπατζή . «Πληρώνω τη γυναίκα που επιθυμώ και παραμένω ισόβια δεσμευμένος με τη γυναίκα που ίσως δεν επιθυμώ πια, αλλά είναι μητέρα των παιδιών μου». Γι’ αυτό και τα μαγαζιά με γυναίκες άνθισαν σε όλη την Ελλάδα. Τη δεκαετία του 80 μάλιστα, οι αγροτικές επιδοτήσεις έφεραν τη χρυσή εποχή της κονσομασιόν στην επαρχία. Oπως περιγράφει ο Θανάσης Αλεξανδρής στο βιβλίο του «Αυτή η νύχτα μένει», οι καμπαρετζούδες ακολουθούσαν τις σοδειές από τα καπνά στην Ξάνθη, τα καρπούζια στην Αμαλιάδα, τα βαμβάκια στη Θήβα και στον Θεσσαλικό κάμπο. Παράγκες τα μαγαζιά στην επαρχία, με τις Μερσεντές ουρά από έξω…. Πίσω από τον καθρέφτη… «Κάθε εποχή έχει τον δικό της ερωτικό πολιτισμό που μας λέει πώς θα διαχειριζόμαστε, πώς θ’ αποκτούμε και πώς θα χάνουμε την ερωτική μας επιθυμία. Ο καθρέφτης αυτού του πολιτισμού είναι η αγοραία μορφή της επιθυμίας». Μετά από δύο χρόνια με τα καραβάνια των γυναικών ανά την Ελλάδα, η κ. Αμπατζή κατέληξε σε πολλά και ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Κάποια θα μας προβληματίσουν, κάποια θα μας σοκάρουν. Για παράδειγμα, η διαπίστωση ότι τα επαγγέλματα αυτά έχουν εθιστικά στοιχεία: την τελετουργία του μακιγιάζ, τη δύναμη της κατάκτησης, το πολύ και εύκολο χρήμα. Γι’ αυτό και δεν είναι εύκολο να ξεφύγεις από το… λούκι - το επιβεβαιώνει και η ύπαρξη της οργάνωσης, στα πρότυπα των ανώνυμων αλκοολικών, «Sex Workers Anonymous», δηλαδή «ανώνυμες εργάτριες του σεξ»! Για την κ. Αμπατζή όμως αυτό που έχει ιδιαίτερο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον είναι η στάση μας απέναντι στον οικιακό και τον αγοραίο έρωτα. «Μέσα από όλη αυτή την εμπειρία μου, διαπίστωσα πως μόνο αυτοί που έχουν ταξικό, κοινωνικό, οικονομικό πλεονέκτημα, καλλιέργεια και ευρύτητα πνεύματος είναι σε θέση να ισορροπήσουν κάπως ανάμεσα στην οικιακή και στην αγοραία έκφραση της επιθυμίας. Παρόλο που έχουμε προχωρήσει αρκετά στις συντροφικές σχέσεις έξω από το γάμο, εξακολουθούμε ν’ ακούμε απόψεις όπως «αυτήν τη σέβομαι, δεν μπορώ να εκφραστώ μαζί της σεξουαλικά, όπως θα ήθελα». Και έτσι η επιθυμία μας εκτονώνεται μέσα από το φαντασιακό, το αγοραίο και το cyber σεξ». Ισως γι’ αυτό προσπαθούμε, όλο και περισσότεροι, να βρούμε στα ντιβάνια των ψυχαναλυτών πού πήγε η επιθυμία μας ή πού χάθηκε…

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναγνώστες