Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Κονσομασιόν : η πληρωμένη γυναικεία συντροφιά σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης





Κονσομασιόν : η πληρωμένη γυναικεία συντροφιά σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης


Υπάρχουν σε κάθε γειτονιά. Είναι εκείνα τα μαγαζιά – τρύπες με φιμέ τζάμια, που αποτρέπουν τις περίεργες διεισδυτικές ματιές να εισχωρήσουν αδιάκριτα. Μερικές φορές ενδύονται το μανδύα του mainstream και αναφέρονται απλά ως συνοικιακά κλαμπ. Στους Αμπελόκηπους συναντάς και στον πρώτο όροφο πολυκαταστήματος, με την αναρρίχηση στη σκάλα να σου θυμίζει τις μικρές μεθυσμένες ώρες της νύχτας τον Γολγοθά του Κυρίου. Στον αντίποδα των στριπτιτζάδικων βρίσκεται η κονσομασιόν. Γυναίκες σαν κομπιουτεράκια, που προσθέτουν προβλήματα, αφαιρούν χρόνο, πολλαπλασιάζουν τα έξοδα και διαιρούν την περιουσία. Λιγότερο όμορφες από τις συναδέλφους των strip shows, σαφώς πιο βολικές, ασφαλώς περισσότερο οικονομικές δημιουργούν τον δικό τους μύθο στη νυχτερινή Αθήνα από την εποχή που ο Γιώργος Κωνσταντίνου σαν καθηγητής αγγλικών εντρυφούσε στα «μυστικά της Τρούμπας», καλωσορίζοντας το δολάριο! Η επίσκεψη σε μουχλιασμένους χώρους σαν και αυτούς αφορούν άνδρες που θέλουν να βλέπουν μια γυναίκα και γυναίκες που αγαπούν τους σιωπηλούς άνδρες, επειδή νομίζουν ότι τις ακούν! 



Η πιθανότητα και η Ματζένα 



Οι γυναίκες εκεί στολίζονται με τέτοια επιμέλεια μόνο και μόνο γιατί γνωρίζουν ότι το μάτι του άνδρα είναι πιο εξελιγμένο από το μυαλό του. Συνήθως συναντάς κοπέλες ή μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, την Πολωνία, την Βουλγαρία, τη Ρουμανία και ελάχιστες Ελληνίδες που θέλουν να συμπληρώσουν το εισόδημα τους. Τα σώματα τους σε σχέση με των χορευτριών είναι ταλαιπωρημένα. Περισσότερο πρησμένα και τα μάτια στο πρόσωπο βαθαίνουν, σημαίνοντας κούραση. Οι κονσοματρίς ξέρουν πώς να κάνουν έναν άνδρα να χαρεί. Άμεσα ή υπαινισσόμενα μιλούν για το σεξ. Η φαντασίωση της πιθανότητας της σεξουαλικής συνεύρεσης καλλιεργείται συστηματικά αλλά αναβάλλεται επ’ αόριστον με ταχυδακτυλουργικούς τρόπους. Ικανές να μιλάνε για το πόσο καλές μητέρες είναι πριν αφεθούν. Όπως η Ματζένα. Μια Πολωνέζα γύρω στα 35. Με στήθη που έμοιαζαν βγαλμένα από τις άγριες φαντασιώσεις του Φουστάνου! Που όταν της έλεγες ότι το εμφύτευμα σιλικόνης ήταν επιτυχημένο οργισμένη απέθετε φασιστικά το χέρι σου πάνω τους. Η Ματζένα πηγαινοέρχεται μεταξύ Ελλάδας και Πολωνίας. Έχει μια 15χρονη κόρη. Πολύ όμορφη λέει αλλά συνάμα και πολύ δραστήρια με τα αγοράκια. Για αυτό κάθε βράδυ την τσεκάρει πριν φύγει για το μπαρ της Μιχαλακοπούλου. «Εγώ είμαι καλή μητέρα. Δεν θα κάνει ότι θέλει» λέει μισομεθυσμένη ενώ με ταυτόχρονες κινήσεις των χεριών της παλινδρομεί τα πέη δύο ανδρών. Η Ματζένα μοιράζει υποσχέσεις σε όλους τους άνδρες που κατεβαίνουν στα ενδότερα του μπαρ αλλά όταν τα χρήματα τελειώνουν, μια αιφνιδιαστική νύστα καταλαμβάνει τα βλέφαρα της. Ο Μορφέας άλλωστε είναι η μοναδική μόνιμη σχέση.



Η κυνική Σύλβια και η καλύτερη βραδιά με τη…φίλη της 



Στα μπαρ με κονσομασιόν πληρώνεις τα ποτά των άλλων. Των γυναικών. Με ειδική τιμή και λιγότερο αλκοόλ από ότι τα δικά σου. Πότε – πότε μόνο νερό. Απλά να μεθύσει ο πελάτης και να χαλάσει όσα περισσότερα χρήματα γίνεται λέει η Σύλβια, μία από τις πιο κυνικές κονσοματρίς που κυκλοφορούν στην Αθήνα. Ξανθιά, ψηλή, με υπέροχο πρόσωπο δεν την εκνευρίζει τίποτα στην εξωτερική εμφάνιση του άνδρα, παρά η έλλειψη χρημάτων. Δεν διστάζει να χαϊδολογά κάθε άνδρα που μπαίνει στο μπαρ, υπό τους ήχους της Άντζυς Σαμίου. «Πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά»! Είναι η δουλειά της. Βγάζει πολλά χρήματα. Δύσκολα μιλά για τον εαυτό της και λέει ότι έχει πάει μόνο με τέσσερις πελάτες, που ω του θαύματος μετά το τρύγημα της ηδονής άφησαν ένα μικρό δώρο αρκετών πενηντάρικων στην τσάντα της. Αποδεικνύεται ότι οι φιλάνθρωποι δεν χάθηκαν ακόμη. Ντύνεται έτσι, ώστε ο άνδρας θέλει να την γδύσει, αφήνει τα χέρια σου να την περιεργαστούν αλλά στο τέλος φεύγει με τις φίλες της. Η καλύτερη βραδιά της ήταν όταν ένας πελάτης πλήρωνε για να φιλάει μια φίλη της σε μια γωνιά του μπαρ. Ένα βράδυ ολόκληρο…Those were the days…Όπως λέει και η μελαγχολική Σύλβια όταν θυμάται τις ευτυχισμένες ημέρες με την φίλη της που έχει φύγει. 



Οι πρωτάρηδες, οι βετεράνοι και η εγγύηση



Οι κονσοματρίς εγγυώνται μια συνεύρεση στους πελάτες χωρίς δέσμευση. Μια γυναίκα μόνο για να γλεντάς. Παντρεμένοι, απογοητευμένοι, αυτοί που δεν είχαν καμία επιτυχία όλο το βράδυ για γυναικεία συντροφιά είναι οι θαμώνες των μπαρ. Οι πρωτάρηδες πηγαίνουν εκεί με την προσδοκία να καταλήξουν το ξημέρωμα μαζί στο κρεβάτι, οι βετεράνοι των εκπληρωμένων προσδοκιών αρκούνται στα μακράς διαρκείας επίπλαστα φιλιά και στην ανακάλυψη όλων των σημείων του σώματος της. Η Γιούλια από την Ουκρανία, όπως επιτακτικά λέει, όταν κανείς την προσφωνεί Ρωσίδα, δουλεύει λιγότερο από όλες και έχει πάει με περισσότερους άνδρες από ότι οι υπόλοιπες. Αγαπάει τα χρήματα και τους άνδρες. Αλλά πιο πολύ τα χρήματα. Σε κοιτάζει βαθιά, σαν να ζητά απροκάλυπτα να φύγετε αμέσως γιατί δεν αντέχει. Την ίδια βραδιά έχει βρεθεί στα πόδια και φιλήσει χίλια περισσότερων από δέκα ανδρών. Καθέναν από αυτούς τον έπειθε ότι μετά θα είναι δική του. Τελικά κατέληξε στο κρεβάτι της, μόνη της, στο διπλανό δωμάτιο από τη συγκάτοικο της. Την Τόνια, συνάδελφο της στο μαγαζί και καθηγήτρια φιλολογίας! Μαζεμένη, με τα μέτρια ελληνικά της εξηγεί πως μόνο μια φορά πήγε με έναν πελάτη επειδή της άρεσαν πολύ αυτά που της έλεγε. Ήλπιζε σε κάτι παραπάνω αλλά είπαμε…Οι κονσοματρίς εγγυώνται μια συνεύρεση δίχως δέσμευση.



Ο Γιάννης και η ζωή μέσα στους δρόμους και τις νύχτες 



Ο Γιάννης είναι γύρω στα 60. Την πρώτη φορά που τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν με κέρασε βότκα. Ένα μπουκάλι. Την δεύτερη άρχισε να μου μιλά. Για τις ηρωίδες του. Για τις κοπέλες που έβγαιναν μαζί του για καφέ όταν τελείωναν τη δουλειά τους. «Όποιος νομίζει ότι θα έλθει εδώ και θα πηδήξει είναι βλάκας» μου έλεγε με εκείνη την ευθύτητα που σε κρατούσε σαν μέγγενη ακίνητο να τον ακούς γοητευμένος. Τα ίχνη της ζωής του διασκορπισμένα στο πρόσωπο του. Μια μπόρα σημαδιών που έδειχναν έναν άνθρωπο σφυρηλατημένο στην πρέσα του πεζοδρομίου. 



«Μέσα στην Τρούμπα έζησα τα περισσότερα μου χρόνια. Τώρα έρχομαι εδώ για τα κορίτσια. Είναι φίλες μου. Της πάω για ψαράκι, με κερνάνε κανένα μπουκάλι βότκα το βράδυ. Πέρασε η ζωή μου μέσα στους δρόμους και τις νύχτες που λέει και το τραγούδι. Ήταν ωραία» μου λέει ο Γιάννης και σκύβει στην γυάλινη μπάρα. Σαν να βλέπει μέσα τη ζωή του να περνά. Ανάμεσα σε γυναικεία πόδια, χέρια που ανακάτευαν τα μαλλιά του και τσακισμένες υποσχέσεις που τον έθρεψαν. Ο Γιάννης είναι ο ιδεότυπος του ανθρώπου της νύχτας. Ντόμπρος και ανοιχτοχέρης. Ο αγαπημένος των όπου γης, κονσοματρίς. Των γυναικών που ο Μπωντριγιάρ είχε περιγράψει ως: «αυτές που δεν έχουν δικό τους κορμί. Η δική τους επιθυμία γίνεται μια απόλυτα φαινομενική παράσταση, μια τεχνική κατασκευή, όπου έρχεται να πιαστεί η επιθυμία του άλλου. Όλη η τέχνη της γοητείας συντίθεται στο να αφήνουν τον άλλο να πιστεύει ότι είναι και παραμένει το υποκείμενο της επιθυμίας» 





www.oneman.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναγνώστες