Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Η ιστορία της τραβεστί Μπέττυ, με δικά της λόγια


Η ιστορία της τραβεστί Μπέττυ, με δικά της λόγια

Όπως τα διηγήθηκε στον Χρήστο Παρίδη, στη LifO


Φωτογραφίες: ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΟΜΕΝΙΚΟΣ
Ξεκίνησε από ένα χωριό του ακριτικού Έβρου. Παράτησε το σπίτι της στα δεκατέσσερα. Πρώτος σταθμός, Θεσσαλονίκη. Κι από ’κει ακολουθεί μια ατέρμονη περιπλάνηση τόπων, συλλογή εμπειριών, αγώνας επιβίωσης. Αθήνα, Ομόνοια, οι πιάτσες των ομοφυλόφιλων της εποχής, οι πολιτικές ζυμώσεις του ’60, αναμορφωτήριο, καράβια, η Αμερική, η Νέα Υόρκη, η σκληρή δουλειά, η σεξουαλική απελευθέρωση, η επιστροφή. Οριστική ρήξη με την οικογένεια, Συγγρού, τραβεστιλίκι, τα κυνηγητά της αστυνομίας, το Α.Κ.Ο.Ε., οι θρυλικοί καυγάδες με τον Ταχτσή, ο Ζαν Ζενέ. Μια ταινία μικρού μήκους και δύο βιβλία: «Μπέτυ» και «Πόσο Πάει;», θόρυβος, θρίαμβος. Συμπρωταγωνίστρια με την Ντίνα Κώνστα στο θέατρο,  αλλαγή φύλου, οίκοι ανοχής, Χανιά.
Ένα μυθιστόρημα δεν θα είχε τόσα κεφάλαια, και μια ζωή σπανίως είναι τόσο μυθιστορηματική, γεμάτη περιπέτειες, συγκρούσεις, εναλλαγές, πολλή δυστυχία αλλά και πολλή ευτυχία. Η Μπέτυ, η πρώτη ίσως τραβεστί που έκανε γνωστό στο ευρύτερο κοινό τον όρο, η πρώτη τραβεστί-ομοφυλόφιλος που βγήκε δημόσια να υπερασπιστεί το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα, είναι εδώ και είκοσι χρόνια γυναίκα –τρανσέξουαλ– και επιστρέφει στην επικαιρότητα με την επανέκδοση των βιβλίων της.

– Μπέτυ, ποιοι λόγοι συντρέχουν για την επανέκδοση των βιβλίων σου σήμερα;
ΜΠΕΤΥ: Μέχρι το 2000 ζούσα στην περιφέρεια. Από τότε που εγκαταστάθηκα στην Αθήνα άρχισε να μου δημιουργείται η ανάγκη να ξαναδώ τα βιβλία μου στις προθήκες. Πολλοί άνθρωποι όλα αυτά τα χρόνια με ρωτούσαν πού θα μπορούσαν να τα βρουν και δεν υπήρχαν πουθενά. Μετά από την καταδίκη μου για το πρώτο και μετά την έκδοση του δεύτερου έφυγα, δεν ξανασχολήθηκα. Τώρα θα ήθελα να μπορεί να τα βρει κανείς σε κάποια βιβλιοπωλεία, κι ας μην πουλήσουν πολύ. Αλλά να υπάρχουν.
– Ήταν ακόμα τόσο άγρια τα πράγματα το 1981; Είχε οδηγηθεί στα δικαστήρια η αυτοβιογραφία σου;
ΜΠΕΤΥ: Είχε μηνυθεί από την αστυνομία ως «άσεμνη» και, παρ’ όλη την αυθόρμητη προσέλευση σημαντικών ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης να το υπερασπιστούν –και με δικηγόρους τον Νίκο Κωνσταντόπουλο και τον Νίκο Καραμανλή–, τελικά τόσο εγώ όσο και ο εκδοτικός οίκος, ο Εξάντας, καταδικαστήκαμε.
– Είναι το ίδιο ακριβώς βιβλίο στο οποίο βασίστηκε και το φίλμ «Μπέτυ» του Δημήτρη Σταύρακα, το οποίο βραβεύτηκε στη Δράμα και στη Θεσσαλονίκη από την Ένωση Κριτικών;
ΜΠΕΤΥ: Ακριβώς. Συγκεκριμένα, ο Σταύρακας είχε διαβάσει τα χειρόγραφα προτού δημοσιευτούν και είχε πάρει την απόφασή του να το γυρίσει από την  πρώτη στιγμή.
– Αναπολείς ποτέ τη ζωή σου; Μπορείς να τη δεις σε απόσταση ασφαλείας;
ΜΠΕΤΥ: Δεν μπορώ να αποστασιοποιηθώ, όχι! Τόσο έντονες ήταν οι καταστάσεις που έζησα. Αναπολώ τη ζωή μου συχνά, αλλά όχι με ευχάριστα συναισθήματα.
– Γεννήθηκες στον Έβρο….
ΜΠΕΤΥ: Σε ένα χωριό λίγο έξω από την Αλεξανδρούπολη. Το πέμπτο στη σειρά αγόρι μιας αγροτικής οικογένειας.
–Από πόσο νωρίς συναισθάνθηκες τη διαφορετικότητα της σεξουαλικότητάς σου;
ΜΠΕΤΥ: Ένιωσα ρίγος για το αντρικό σώμα από την ηλικία των πέντε ετών. Από τότε άρχισα να κοιτάζω κάπως διαφορετικά τα αγόρια. Περίπου στην ηλικία των δέκα ξεκίνησα να «παίζω» με κάποιους από τους συμμαθητές μου, ενώ λίγο αργότερα άρχισα να κάνω παρέα και με τον «πούστη του χωριού». Αυτός με σύστησε και σε έναν Αθηναίο κύριο, ο οποίος δούλευε σε μια εταιρεία και μας έδινε κάποιο χαρτζιλίκι για να «παίζουμε» μαζί του. Πάντως, ολοκληρωμένο έρωτα στο χωριό δεν έκανα, αλλά τα «παιχνίδια» μεταξύ φίλων έπαιρναν κι έδιναν.
– Πώς έφτασες στα δεκατέσσερά σου –παιδάκι ακόμα– να φύγεις, να το σκάσεις;
ΜΠΕΤΥ: Είχα βάλει κάποιους συμμαθητές μου να κλέψουν κάποια μαγαζιά, κι όταν αποκαλύφθηκε έφαγα μια εικοσαήμερη αποβολή από το σχολείο, στο οποίο, παρεμπιπτόντως, αρίστευα. Αυτό για την οικογένειά μου ήταν το αποκορύφωμα μιας σειράς εξευτελισμών που είχαν υποστεί εξαιτίας μου. Ήδη ξεπόρτιζα πολύ συχνά, διάφορα έφταναν στ’ αυτιά τους, είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τις ομοφυλοφιλικές μου τάσεις, με αποτέλεσμα να τρώω πάρα πολύ ξύλο τόσο από τον πατέρα μου, όσο και από κάποια από τα αδέλφια μου. Η ζωή μου μέσα στο σπίτι είχε γίνει αβάσταχτη, δεν γινόταν να ζήσω άλλο πια εκεί μέσα. Έπρεπε να φύγω. Στην αρχή με πήρε ο τρίτος μου αδελφός μαζί του στην Αλεξανδρούπολη, όπου δούλευε, και μάλιστα μου εξασφάλισε και μένα μια δουλειά. Προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου, επέστρεφε συνεχώς στο μυαλό μου η φράση του Αθηναίου κυρίου ότι, όποτε κατέβω στην Αθήνα, θα μπορούσα να πάω να τον βρω κι ότι θα με στηρίξει. Έτσι, αφού πήρα κάποια δεδουλευμένα –και μετά από ένα σύντομο διάστημα παραμονής στη Θεσσαλονίκη–, έφτασα στην Αθήνα. Καλοκαίρι του 1965, στο αποκορύφωμα των Ιουλιανών.


– Ήταν λοιπόν χάρη σ’ αυτόν τον άνθρωπο που μπόρεσες να επιβιώσεις στην άγνωστη πόλη;
ΜΠΕΤΥ: Το πρώτο που έκανα ήταν να μείνω σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην Ομόνοια. Ύστερα, να ψάξω στις εφημερίδες για δουλειά. Ήξερα ότι για να επιβιώσω έπρεπε να δουλέψω. Βρήκα σύντομα, στο γαλακτοζαχαροπλαστείο «Ελβετικόν», επί της Αγ. Κωνσταντίνου. Κάποτε πήγα να βρω τον κύριο που σου έλεγα, αλλά δεν τον βρήκα. Τον πέτυχα λίγο καιρό αργότερα να ψωνίζεται στην Ομόνοια, και φυσικά απέφυγε να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη.
– Πώς ήταν η Ομόνοια εκείνα τα χρόνια;
ΜΠΕΤΥ: Ένα απέραντο ψωνιστήρι! Ο παράδεισος του συνταξιούχου. Με μια μεγάλη ευκολία και ένα μικρό χαρτζιλίκι ακολουθούσε ο κάθε φαντάρος ή ναύτης. Εκεί απέκτησα τις πρώτες μου ολοκληρωμένες ερωτικές εμπειρίες, κι εκεί γνώρισα τους πρώτους γκέι. Από εκείνους έμαθα την άλλη μεγάλη πιάτσα, το Ζάππειο, αλλά σύντομα γνώρισα και την ταβέρνα του Κωτσέα, ένα υπόγειο σε μια πάροδο της Αχαρνών όπου σύχναζαν τραβεστί και ομοφυλόφιλοι, αλλά και άντρες οι οποίοι μας συντηρούσαν. Κι όταν δεν υπήρχε άντρας, μας συντηρούσε ο ίδιος ο Κωτσέας. Ένας κόσμος μαγικός!
– Η οικογένεια όλο αυτό το διάστημα δεν έψαξε να σε βρει; Ήσουν ένα ανήλικο παιδί…
ΜΠΕΤΥ: Αλληλογραφούσα με τη μάνα μου, δεν ήθελα να αποκοπώ, κι ένα πρωί –16 Φεβρουαρίου του ’65– με ξυπνάει ο τρίτος μου αδελφός (που πάντα έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή μου), με εξουσιοδότηση από τον πατέρα μου να με κλείσει σε αναμορφωτήριο. Ήρθε περιπολικό, με πήγαν στον εισαγγελέα ανηλίκων, με κούρεψαν γουλί –γουλί βέβαια με κούρευαν και στο χωριό– και, καθοδόν προς τη Ζήνωνος για να πάρουμε το λεωφορείο για τον Κορυδαλλό, θυμάμαι πλήθη κόσμου να πηγαίνουν στην ομιλία του Γέρου Παπανδρέου. Ο αδελφός μου με παρέδωσε αφού πρώτα μού έριξε δύο χαστούκια – δεν τον ξαναείδα ποτέ.
– Πόσο έμεινες εκεί μέσα; Θα πρέπει να έζησες αλλόκοτες καταστάσεις.
ΜΠΕΤΥ: Έμεινα συνολικά τρεισήμισι χρόνια και έζησα φρικτές σκηνές. Να βάζουν τα παιδιά στην απομόνωση, να τα δέρνουν αλύπητα, σκηνές με υπαλλήλους να κλέβουν τρόφιμα – σε μερικούς τα πήγαινα εγώ στο σπίτι τους, καθώς έμεναν πολύ κοντά κι με εμπιστεύονταν. Πολύ σύντομα ξεχώρισα και μου έδιναν τρίωρες άδειες. Περιφερόμουν στην Αθήνα χωρίς να ξέρω κανέναν. Εξασφάλισα και χαρτζιλίκι από έναν αξιωματικό του στρατού που είχα γνωρίσει και συναντούσα.
– Μα, συνήθως σε κλειστά συστήματα, όπως της φυλακής, παρατηρείται επίσης έντονη σεξουαλική δραστηριότητα. Δεν συνέβαιναν ανάλογα εκεί;
ΜΠΕΤΥ: Βέβαια, υπήρχε σεξουαλική δραστηριότητα. Στα ντους, στις τουαλέτες, στα κρεβάτια, αλλά εγώ και τότε –όπως και στην ενήλικη ζωή μου– ήμουν μετρημένη στο σεξ. Πάντως, κάποια από τα παιδιά από ’κεί μέσα τα συνάντησα αργότερα στη Συγγρού, επίσης τραβεστί.
– Πώς ένας άνθρωπος τόσο ασυμβίβαστος δεν προσπάθησε να το σκάσει από εκεί; Είχες και την εμπειρία και τον τρόπο…
ΜΠΕΤΥ: Δεν είχα πού να πάω. Εξάλλου, το μόνο που πραγματικά ήθελα ήταν να σπουδάσω. Έτσι, έπεισα τη διεύθυνση να μ’ αφήσει να πάω γυμνάσιο. Και το πέτυχα. Βέβαια, την πρώτη χρονιά πήγαινα με τη στολή του αναμορφωτηρίου και καταλαβαίνεις πόσο άσχημα αισθανόμουν σε σχέση με τα άλλα παιδιά. Απολυτήριο τελικά δεν κατάφερα να πάρω γιατί με έκοψε ο μαθηματικός, ο οποίος αρνιόταν πεισματικά να με προβιβάσει. Χρόνια αργότερα τον είδα να περιφέρεται στις τουαλέτες της Ομόνοιας.
– Τότε είναι που μπάρκαρες στα καράβια;
ΜΠΕΤΥ: Είχαμε πια χούντα, ο χουντικός διευθυντής ήθελε να μας ξεφορτωθεί και μας έδιωχνε με το που φτάναμε τα δεκαεννιά. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να μπαρκάρω. Έτσι, έκανα τα χαρτιά μου –χρειάστηκε μάλιστα να ανέβω μια τελευταία φορά στο χωριό και να δω για τελευταία φορά τους γονείς μου– και βρέθηκα στη Γλασκόβη, κι από εκεί στο Αμπιτζάν της Ακτής του Ελεφαντοστού. Ένας γέρος ναυτικός που με συμπάθησε με έπεισε με το που θα πιάναμε Αμερική να το σκάσω και να πάω να βρω το γιό του, που δούλευε εκεί σερβιτόρος. Έτσι και έγινε. Πιάσαμε Νέα Ορλεάνη και με τη βοήθεια μιας τραβεστί και μιας πόρνης μπήκα στο αεροπλάνο για Νέα Υόρκη.
– Τι θυμάσαι από τη Νέα Υόρκη της εποχής; Πόσο έμεινες εκεί;
ΜΠΕΤΥ: Έμεινα δύο χρόνια και πέρασα υπέροχα. Δούλεψα βέβαια σαν το σκυλί, στη λάντζα αρχικά αλλά και σαν σερβιτόρος, αλλά ήταν μοναδικά. Απόλαυσα πράγματα, είδα εκπληκτικά θεάματα, και φυσικά έζησα τον παράδεισο που ήταν οι τουαλέτες του μετρό της Νέας Υόρκης εκείνα τα χρόνια. Εκεί είδα και τον μεγαλύτερο πούτσο που έχω δει στη ζωή μου! Κι αν δεν έχω δει, χιλιάδες…
– Κι επιστρέφεις στην Ελλάδα;
ΜΠΕΤΥ: Επέστρεψα το 1972, πέρασα στρατοδικείο γιατί ήμουν ανυπότακτος, και εντέλει μου έδωσαν απολυτήριο.
– Κάπου εκεί επιλέγεις το πεζοδρόμιο. Τι είναι αυτό που οδηγεί στον τραβεστισμό; Το σεξ;
ΜΠΕΤΥ: Ποτέ δεν υπήρξε πρωταρχικός λόγος το σεξ. Ήταν η λύση για την επιβίωση. Δεν ήταν η λύσσα για το σεξ που με χαρακτήριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είχα πλύνει εκατομμύρια πιάτα στην Αμερική, στα καράβια δεν ήθελα να γυρίσω, τέχνη δεν ήξερα, να σπουδάσω δεν γινόταν, είπα να δοκιμάσω.


– Θυμάσαι την πρώτη σου βίζιτα;
ΜΠΕΤΥ: Τη θυμάμαι. Έκανα εμετό μετά. Σιχάθηκα την πράξη. Το πρώτο διάστημα έκλαιγα πολύ. Ένας πελάτης με παρηγορούσε κι εγώ τον έβλεπα σαν πατέρα.
– Μα δεν είναι πάρα πολύ σκληρή η νύχτα, έτσι κι αλλιώς;
ΜΠΕΤΥ: Και σκληρή και πάρα πολύ επικίνδυνη. Από την αστυνομία που μας έβριζε και μας μάζευε με κλωτσιές μέχρι κάποιους αλήτες που πέταγαν γιαούρτια και πέτρες. Η χειρότερη μορφή βίας βέβαια προερχόταν από την αστυνομία. Ατέλειωτο ξύλο και μέσα στις κλούβες και μέσα στην ασφάλεια και στα περιπολικά. Νομίζω ότι οι τραβεστί είναι το πιο παθημένο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Έχουμε τραβήξει τα πάνδεινα. Επειδή οι περισσότερες ήταν από λαϊκά στρώματα δεν είχαν τη διανοητική ικανότητα να συσπειρωθούν, και τρώγονταν μεταξύ τους. Ανίκανες να αντιδράσουν στον περίγυρο, ξεσπούσαν η μια στην άλλη. Κάποιες έβρισκαν διέξοδο στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά.
– Η Συγγρού είχε τότε την κίνηση πελατών που απέκτησε τις δεκαετίες που ακολούθησαν;
ΜΠΕΤΥ: Μόνο μετά το 1977 και την εκδήλωση του Α.Κ.Ο.Ε. (Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλοφίλων Ελλάδος), όταν όλα τα ΜΜΕ της εποχής ασχολήθηκαν πολύ – μάλιστα, πρόβαλλαν εμένα. Κάποιοι ομοφυλόφιλοι είχαν τις αντιρρήσεις τους,  εξού και η ρήξη με τον Ταχτσή, ο οποίος θεωρούσε ανάξια μια τραβεστί να ηγηθεί ενός κινήματος. Εγώ όμως δεν ηγήθηκα κανενός κινήματος, απλώς δεν τολμούσε κανείς άλλος να βγει προς τα έξω και, καθώς ως τραβεστί με έκαιγε ο νόμος περί αφροδισίων που ετοίμαζαν, πρόβαλλαν περισσότερο εμένα.
– Μετανιώνεις για την ακραία συμπεριφορά σου απέναντι στον Ταχτσή; Εννοώ την περίφημη απαγωγή που ενορχήστρωσες και τον ξυλοδαρμό του από μπράβους.
ΜΠΕΤΥ: Ο Ταχτσής ήταν ένας πολύ δύσκολος και κακός άνθρωπος. Μετά την ταινία και τα βιβλία άρχισε να μου κάνει φοβερό πόλεμο. Προσπαθούσε να με αποκλείσει από όλα τα μέσα, μιλούσε απαξιωτικά για μένα όταν ξεκινήσαμε πρόβες με τον Γιάννη Διαμαντόπουλο στο θέατρο –στο «Πρόσωπα Φυσικά και Αλλόκοτα», όπου έπαιξα μαζί με την Κώνστα και τον Τσιλιμίδη–, έπιανε τη Λαμπέτη, την Παππά, τον Μπασιάκο και τους μιλούσε εναντίον μου. Ήθελε να έχει το μονοπώλιο. Το παραδέχτηκε κι ο ίδιος όταν αργότερα κάπως τα βρήκαμε στα δικηγορικά γραφεία. «Ήθελα εγώ να αποκαλύψω την αλήθεια για το άτομό μου.» Σε κείνες τις δύο συναντήσεις μας τον είδα τόσο απελπισμένο, που σκέφτηκα ότι ίσως είχα φανεί όντως πάρα πολύ σκληρή. Ναι, έχω μετανιώσει. Του είχα κάνει το μεγαλύτερο κακό: είχα χαλάσει τα σχέδια του να γίνει ταινία «Το Τρίτο Στεφάνι» από τον Αγγελόπουλο. Αλλά εγώ πιστεύω στη βία. Όταν τα πράγματα δεν μπορούν να διορθωθούν, όταν το άδικο είναι οφθαλμοφανές, πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί βία.
– Μα ο ίδιος δεν είχε ασκήσει βία πάνω σου.
ΜΠΕΤΥ: Η λεκτική  βία του Ταχτσή ήταν πολύ χειρότερη από την ωμή βία. Μπορούσα βέβαια να τον είχα τιμωρήσει κάπως αλλιώς.
– Ήδη, εξαιτίας σου, είχε αρνηθεί ο Ζενέ να τον συναντήσει. Ο οποίος σε συμπεριέλαβε σε ένα αφιέρωμα για τον ίδιο, που σκηνές του γυρίζονταν στην Ελλάδα.
ΜΠΕΤΥ: Ήταν φίλος του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου, ο οποίος λειτουργούσε ως μάνατζέρ μου εκείνη την εποχή. Αλλά η ζωή μου εκείνα τα χρόνια άλλαξε δραματικά. Συναναστρεφόμουν διανοούμενους, έτρωγα στα σπίτια τους –όπως στου Βέλτσου–, περπάτησα σε πορεία δίπλα στον Πάγκαλο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με έκαναν να σταθώ στα πόδια μου γερά. Χάρη σ’ αυτούς δεν έγινα έρμαιο των ΜΜΕ, δεν ρεζιλεύτηκα, δεν έπεσα στα ναρκωτικά.
– Πώς παίρνεις την απόφαση για την αλλαγή φύλου;
ΜΠΕΤΥ: Ενώ ζούσα όλα αυτά μέχρι το ’84, παρέμενα συγχρόνως και πόρνη. Έβλεπα τη βία στη Συγγρού να αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Εν τω μεταξύ γνώρισα κάποιες τρανσέξουαλ οι οποίες εντέχνως διέδιδαν ότι δεν έχουν οργασμό. Το οποίο είναι ψέμα! Όταν λοιπόν έμαθα από τις ίδιες την αλήθεια και βεβαιώθηκα για το θετικό αποτέλεσμα, και καθώς στη ζωή μου έμαθα να αλλάζω συνεχώς δεδομένα, το πήρα απόφαση!
– Δηλαδή δεν ήταν μια δύσκολη απόφαση. Πού έγινε; Πόσο τραυματική ήταν αυτή η «μετάβαση»;
ΜΠΕΤΥ: Καθ’ όλα φυσιολογική μετάβαση! Η εγχείρηση, η οποία είναι μια απλή επέμβαση και όχι αυτά που λένε, έγινε από τον πρώτο διδάξαντα στην Καζαμπλάνκα.
– Τόσο απλά;
ΜΠΕΤΥ: Η μόνη αλλαγή που ένιωσα ήταν στην τουαλέτα, όπου έβλεπα το «κενό». Και δεν είναι ότι δεν χρησιμοποιούσα το πέος μου…
– Κι έτσι βρέθηκες από τη Συγγρού στους οίκους ανοχής.
ΜΠΕΤΥ: Επιτέλους, βρέθηκα από τους δρόμους στην ασφάλεια ενός κλειστού χώρου. Αισθανόμουν Βασίλισσα.
– Η ζωή της κλασικής πόρνης δεν αλλοτριώνει;
ΜΠΕΤΥ: Δεν άφησα ποτέ τον εαυτό μου να αλλοτριωθεί. Έκανα πάρα πολύ συνειδητά αυτό που έκανα. Επέλεγα τους πελάτες. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλο επάγγελμα στον κόσμο σαν αυτό της πόρνης. Ένα επάγγελμα που μπορεί να σε κάνει να χαίρεσαι αλλά συγχρόνως σε ταλαιπωρεί, σου βασανίζει τη ψυχή, εισχωρεί μέσα στο σώμα σου. Εγώ βγήκα νικήτρια, γιατί έχω σταματήσει από το 2000.
– Έχει αλλάξει η σεξουαλική συμπεριφορά του Έλληνα όλα αυτά τα χρόνια;
ΜΠΕΤΥ: Έχει απελευθερωθεί πολύ, το διαπιστώνω και ως γυναίκα. Έχει γίνει άπληστος. Θέλει να δοκιμάσει κάθε ερωτογόνο ζώνη, κάθε τρύπα του σώματός του. Στη δε Συγγρού, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, πηγαίνουν πια μόνο για παθητικό έρωτα. Όλοι θέλουν να πηδηχτούν. Έχει εξελιχθεί πολύ ο τύπος του bisexual.
– Όλα αυτά τα χρόνια πλανάτο  ένας μύθος γύρω από το όνομά σου και περί του πού βρισκόσουν. Ακούγονταν διάφορα για έναν οίκο ανοχής που διατηρούσες στην Κρήτη.
ΜΠΕΤΥ: Στα Χανιά, όπου και πέρασα τα δέκα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου. Τόσο ερωτικά όσο και κοινωνικά. Έκανα καταπληκτικούς φίλους οι οποίοι μου συμπαραστάθηκαν, κι εγώ πολιτογραφήθηκα Κρητικιά. Τους οφείλω πολλά για την ισορροπία που διαθέτω σήμερα. Χάρη στους φίλους μου δεν έγινα υπόκοσμος. Μετά, για μερικά χρόνια βρέθηκα κι αλλού. Ρόδο, Βόλο, Λάρισα.


– Πιστεύεις λοιπόν στη φιλία;
ΜΠΕΤΥ: Άπειρες φορές με έχουν απογοητεύσει, αλλά κανείς δεν θα με κάνει να σκληρύνω τόσο πολύ ώστε να μην πιστεύω στη φιλία. Οι φίλοι μου για μένα είναι η οικογένειά μου, γι’ αυτό δίνομαι πολύ, δεν διαθέτω όρια – κι αυτό το έχουν εκμεταλλευτεί πολλοί.
– Τι απέγινε η οικογένεια που άφησες πίσω σαράντα χρόνια πριν;
ΜΠΕΤΥ: Δεν ξαναείδα κανέναν τους. Όταν άρχισα να τρανσάρω το έμαθαν από κάπου, και ο πατέρας μου μού μήνυσε να μην τολμήσω να περάσω πέρα από την Κομοτηνή. Κατά καιρούς περνούσα τυχαία από το χωριό, μήπως δω τους γονείς μου. Πριν μερικά χρόνια βρέθηκα στο Πόρτο Λάγος της Ξάνθης με μια φίλη και αποφάσισα να πάω μια ακόμα φορά. Τότε έμαθα ότι οι δικοί μου είχαν μετακομίσει στην Αλεξανδρούπολη. Βρήκα το σπίτι σχεδόν εγκαταλελειμμένο: μπήκα, ξαναείδα το δωμάτιό μου, το σαλόνι, όλα. Επέστρεψα στη Λάρισα, όπου ζούσα τότε, και μαθαίνω το τηλέφωνο της μάνας μου. Όταν πήρα έδειξε έκπληξη, αλλά και ψυχρότητα. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει μόλις λίγο καιρό πριν. Στάθηκε αδύνατον να την πείσω να με συναντήσει. Η τελευταία της φράση ήταν «εγώ γέννησα πέντε άντρες»!  Το σοκ μου ήταν τέτοιο, που την υπόλοιπη μέρα ήμουν σαν υπνωτισμένη. Πήγα στη δουλειά και γαμήθηκα με πενήντα ανθρώπους σαν υπνωτισμένη. Είχε αποκοπεί και ο τελευταίος δεσμός. Την επόμενη χρονιά υποχρεωθήκαμε οι πόρνες να υποβάλουμε πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. Εμένα μου ήρθε από την Αλεξανδρούπολη. Εκεί έζησα ένα νέο σοκ. Είδα σε ένα χαρτί την εικόνα της οικογένειάς μου! Συνειδητοποίησα ότι, αν θέλω να μαθαίνω ποιος ζει και ποιος πέθανε, θα το μαθαίνω κάθε τρία χρόνια, όταν θα ανανεώνω την άδεια του σπιτιού που ακόμα διατηρώ στα Χανιά. Όταν το ξαναζήτησα –πρόσφατα–, έμαθα ότι η μητέρα μου είχε πεθάνει. Αυτό με αποτελείωσε. Αλλά αυτό που μου λείπει περισσότερο είναι η εικόνα της. Δεν ξέρω πώς γέρασε. Την τελευταία φορά που την είδα ήταν 50-55.
– Κανένας τους δεν έκανε την κίνηση να έρθει σε επαφή μαζί σου;
ΜΠΕΤΥ: Μόνο ο μεγάλος μου αδελφός που ζούσε στη Γερμανία, με την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου. Με πήρε να μου πει ότι δεν έπρεπε να μας εξευτελίσει – πόσο μάλλον αυτόν, που ποτέ δεν είχε σηκώσει χέρι πάνω μου. Αλλά δεν ήμουν και ο άνθρωπος που θα τους δελέαζα με δώρα και χρήματα, όπως κάνουν πολλές τραβεστί. Ξεκινάνε με ένα βίντεο στον αδελφό και μετά ακολουθούν αυτοκίνητα, μηχανές… Πολλές φόρες αρνούνται και να τις δεχτούν στο σπίτι τους ή στο χωριό, παρ’ όλο που τα δώρα τα δέχονται!
– Νομίζω ότι ούτε η οικογένειά σου ήταν από αυτές που θα δεχόταν να «δωροδοκηθεί».
ΜΠΕΤΥ: Τα τελευταία χρόνια, που τα έχω βρει με τον εαυτό μου, τους έχω συγχωρήσει! Ζώντας τόσα χρόνια με ανθρώπους σαν και μένα, συνειδητοποίησα ότι η οικογένεια μου μού έδωσε αγωγή. Ήταν άλλωστε μια οικογένεια δεμένη, που δούλευε σκληρά, σπούδασε τα παιδιά της, και από την οποία πήρα πολλά καλά πράγματα. Παρ’ όλο που κατά καιρούς ένιωσα τεράστιο μίσος γι’ αυτούς, η συνειδητοποίηση ότι πέρασα πάρα πολύ καλά μαζί τους λειτούργησε ως αντίβαρο.
– Φοβάσαι τα γεράματα;
ΜΠΕΤΥ: Η ζωή με έχει μάθει να υπομένω τα πάντα. Από σεξ έχω χορτάσει. Μόνο η συντροφιά με απασχολεί. Με φοβίζει η ανημπόρια, και αυτό που με τρομάζει είναι μόνον ο θάνατος. Δεν θέλω να φύγω και να γίνουν πράγματα ερήμην μου. Φροντίζω για την υστεροφημία μου.
– Ποιο είναι λοιπόν αυτό που σου δίδαξε η ζωή; Αυτό που θα έλεγες συμβουλευτικά σε έναν νέο άνθρωπο;
ΜΠΕΤΥ: Ότι πρέπει να μπορείς να στηρίζεσαι στις πλάτες σου. Να μην περιμένεις τίποτε από τους άλλους.

lifo.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναγνώστες